σεληνοφώτιστος

-η, -ο, Ν
σεληνόφωτος («σεληνοφώτιστα βράδια», Κ. Καρυωτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + φωτίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Εμμ. Ροΐδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνοφώτιστος — σεληνοφώτιστος, η, ο και σεληνόφωτος, η, ο φεγγαρόλουστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεληνόφωτος — η, ο, Ν 1. αυτός που φωτίζεται από την σελήνη, σεληνοφώτιστος 2. το ουδ. ως ουσ. το σεληνόφωτο βλ. σεληνόφως. [ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + φωτος (< φώς, φωτός), πρβλ. λειψί φωτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.